Τα θετικά και τα αρνητικά της έως τώρα διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η ήττα του Ιουλίου του 2015 που οδήγησε στο μνημόνιο, η διάσπαση που ακολούθησε , η βούληση του κόμματος να εργαστεί σε πολιτικό, οργανωτικό και προγραμματικό επίπεδο για την ολοκλήρωση της τετραετίας και η κατάθεση 26 προτάσεων για τομές , περιλαμβάνονται στην πρόταση της Επιτροπής Θέσεων προς την Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ.

Η Κεντρική Επιτροπή αναμένεται να συνεδριάσει το Σάββατο και την Κυριακή, προκειμένου να εγκρίνει τις Θέσεις , ενώ προβλέπεται ότι πέραν αυτών θα συζητηθεί και το θέμα του εκλογικού νόμου. Για το ζήτημα αυτό, η πρόταση της Επιτροπής Θέσεων προς την ΚΕ είναι υπέρ της υιοθέτησης της απλής αναλογικής.

Ένα μεγάλο μέρος από τις 68 σελίδες του κειμένου των θέσεων αναφέρεται στην πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την εκλογική νίκη του Ιανουαρίου του 2015 και καταγράφει, ασκεί κριτική και χαράζει την μελλοντική πορεία του κόμματος και της κυβέρνησης. Έντονα είναι επίσης και τα στοιχεία της αυτοκριτικής, ιδιαίτερα για την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης μέχρι την εκλογική αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου του 2015 όπου τονίζεται ότι ουσιαστικά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε προετοιμαστεί σωστά για να κυβερνήσει.

Για τη συμφωνία του Ιουλίου του 2015, τονίζεται ότι «δεν εξέφραζε την κυβέρνηση παρότι η συμφωνία υπογράφτηκε με πραξικοπηματικούς όρους μετά από έναν άνευ προηγουμένου εκβιασμό και φέρει το ίχνος μιας εξ αρχής ασύμμετρης διαπραγμάτευσης που επικαθορίστηκε από την πρόθεση των δανειστών να συνεχιστεί αταλάντευτα η απαρέγκλιτη εφαρμογή της ίδιας πολιτικής»

Στο κεφάλαιο για τον απολογισμό σημειώνεται με έμφαση ότι: «την περίοδο μετά την ανάληψη της εξουσίας, η ηγεσία του κόμματος, δεν μπόρεσε να οργανώσει τη λειτουργία του κατά τρόπο που θα έδινε στο κόμμα την ικανότητα να έχει κρίσιμο ρόλο στην προετοιμασία της ανάληψης κυβερνητικής ευθύνης, αλλά και να συμμετάσχει καθοδηγητικά στην διακυβέρνηση. Αυτό εκδηλώθηκε με την έλλειψη προετοιμασίας σε κρίσιμους τομείς, όπου οι υπουργοί αυτοσχεδίασαν (επιτυχώς ή ανεπιτυχώς) είτε γιατί δεν είχαν έτοιμη ύλη είτε γιατί αδιαφόρησαν για την έτοιμη ύλη. Επίσης, το κόμμα δεν μπόρεσε στη διετή περίοδο προετοιμασίας του να συνδέσει τομείς πολιτικής με πρόσωπα, να προετοιμάσει στελέχη για την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών. Ακόμα, στην επιλογή προσώπων επικράτησαν συχνά «επικοινωνιακά» ή/και «διαπαραταξιακά» κριτήρια χωρίς ενδελεχή εξέταση των ικανοτήτων και των προσόντων. Η ουσιαστική παράλυση της συλλογικής λειτουργία του κόμματος, των ενδιάμεσων και των ηγετικών οργάνων του, με την Κεντρική Επιτροπή σε μεγάλο βαθμό να έχει ρόλο οργάνου επικύρωσης και όχι επεξεργασίας και λήψης αποφάσεων και η αδυναμία να συγκροτηθεί καθοδηγητικό κέντρο νομιμοποιημένο και με συνοχή οδήγησαν στη λειτουργία άτυπων και ανομιμοποίητων κέντρων λήψης αποφάσεων και στην ισχυρή τάση να αποδυναμωθεί η συλλογική και δημοκρατική λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ».